Η ΔΕΠΥ αποτελεί μια από τις συνηθέστερες νευροβιολογικές διαταραχές συμπεριφοράς της παιδικής και εφηβικής ηλικίας , εμφανίζεται στην ηλικία των 3 με 7 ετών. Είναι μια διαταραχή συμπεριφοράς που μπορεί να υπάρξει και στην ενήλικη ζωή.
Στα πλαίσια της συμπεριλαμβάνεται η Υπερκινητικότητα- παρορμητικότητα, διάσπαση προσοχής και η έλλειψη συγκέντρωσης. εργασία, οικογένεια, κοινωνική ζωή. Συναντάται κυρίως στα αγόρια , 3-4 φορές περισσότερο απ’ ότι στα κορίτσια.
Υπάρχουν τρεις τύποι ΔΕΠΥ : Ο τύπος ελλειμματικής προσοχής- χωρίς να παρουσιάζει υπερκινητικότητα, ο τύπος υπερκινητικός– παρορμητικός και ο συνδυαστικός τύπος ( Ελλειμματική προσοχή- Υπερκινητικότητα).
Τα αίτια – οι παράγοντες που το προκαλούν είναι αναπτυξιακοί και νευροβιολογικοί. Σήμερα είναι γνωστό ότι η ΔΕΠ-Υ είναι ως έναν βαθμό κληρονομική. Πρόκειται για ακούσια παρόρμηση, διάσπαση προσοχής ή υπερβολική κινητικότητα λόγω υπολειτουργίας του συγκεκριμένου μέρους του εγκεφάλου που εστιάζει στην προσοχή. Επίσης, παράγοντες , όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ, το άγχος και οι ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι δυνατόν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της . Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες δεν προκαλούν ΔΕΠΥ αλλά είναι συνέπεια αυτού.
Συνεμφάνιση προβλημάτων:
Υπάρχουν περιπτώσεις που τα παιδιά μπορεί να εκδηλώσουν παράλληλα μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολίες λόγου, συναισθηματικές δυσκολίες όπως άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, εχθρική, αντικοινωνική συμπεριφορά.
Πως γίνεται η διάγνωση
Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να παρατηρήσουν το παιδί στη καθημερινότητα του, στο σπίτι, στο σχολείο και στις δραστηριότητες του. Οι ενδείξεις μπορεί να είναι αδυναμία συγκέντρωσης στη μελέτη των μαθημάτων αλλά και σε δραστηριότητες όπως ένα άθλημα. Διάσπαση προσοχής στην τάξη και δυσκολία ολοκλήρωσης εργασίας ή ακόμη και παιχνιδιού, ζωγραφικής. Η υπερκινητικότητα εμφανίζεται με δυσκολία παραμονής στο κάθισμα, με το παιδί να θέλει να τρέχει, να σηκώνεται και να στριφογυρνάει κατά τη διάρκεια του μαθήματος ή ακόμη κατά τη διάρκεια μιας ενασχόλησης ( όπως η παρακολούθηση μιας ταινίας). Πειράζει οτιδήποτε βρίσκεται γύρω του, ειδικά στο μάθημα ασχολείται, παίζει και κρατάει συνέχεια αντικείμενα.
Γενικότερα χαρακτηρίζεται από υπερβολική κινητικότητα. Η διάσπαση εκδηλώνεται συχνά με διακοπή του μαθήματος ή της εργασίας. Επίσης, τα παιδιά με διάσπαση μπορεί να προσέχουν για κάποια λεπτά και στη συνέχεια να ασχολούνται με κάτι άλλο. Συχνά αγνοούν ή δυσκολεύονται να ακολουθήσουν ακουστικές οδηγίες ή πληροφορίες.
Αν γίνει λεπτομερής καταγραφή της συμπεριφοράς του παιδιού τόσο από τους γονείς όσο και από τους εκπαιδευτικούς, τότε καλό θα είναι να απευθυνθούν στα ΚΕΔΔΥ και σε ιατροπαιδαγωγικά κέντρα. Οπωσδήποτε θα πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση από πιστοποιημένους και εξειδικευμένους θεραπευτές. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, μπορεί να διαφέρουν τα συμπτώματα, η συχνότητα και η ένταση.
Τι μπορούμε να κάνουμε:
· Γονείς , εκπαιδευτικοί και ειδικοί πρέπει να επικοινωνούν με σκοπό τη σωστή εκτίμηση και διάγνωση της κατάστασης.
· Ο δάσκαλος είναι καλό να κατανοήσει ότι δεν φταίει το παιδί αλλά ότι έχει ένα συγκεκριμένο θέμα να αντιμετωπίσει και χρειάζεται βοήθεια
· Μπορούμε να προσέξουμε να δίνουμε θετικά ερεθίσματα ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του παιδιού.
· Το πρόγραμμα του παιδιού να είναι οργανωμένο και σαφές καθώς και οι οδηγίες ή πληροφορίες να είναι απλές και κατανοητές.
· Επίσης , ο χώρος μελέτης πρέπει να είναι καθαρός από ερεθίσματα που μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή του, ειδικότερα στο γραφείο του.
· Δώστε οπτικά ερεθίσματα και μοιράστε τις εργασίες και τις δραστηριότητες σε μικρότερα κομμάτια.
· Θετική ενίσχυση και άμεση επιβράβευση όταν καταφέρνει κάτι, μικρές τιμωρίες χωρίς φωνές και μόνο όταν υπάρχει σοβαρός λόγος.
Μεγαλώνοντας το παιδί η ΔΕΠΥ και πιο συγκεκριμένα η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα ελαττώνονται. Η έλλειψη συγκέντρωσης και η διάσπαση συνεχίζουν να υπάρχουν σε μικρότερο βαθμό κάποιες φορές.